Η διαδρομή προς το ακρωτήρι έιναι σαν δοκιμασία ή μάλλον καλύτερα σαν μύηση. Ακολουθείς τον δρόμο προς το Πόρτο Κατσίκι, αφήνεις πίσω σου την υπόσχεση της διάσημης παραλίας και τραβάς προς το Ακρωτήρι, εκεί που το νησί αρχίζει να απογυμνώνεται. Όσο προχωράς, το τοπίο αλλάζει διαρκώς πρόσωπο. Τα πεύκα χαμηλώνουν, τη θέση τους πέρνουν θάμνοι, σιγά-σιγά το τοπίο από οργιαστικό γίνεται πιο αυστηρό. Εδώ κυριαρχεί η πέτρα και το φως. Λες και σε προετοιμάζει το ίδιο το νησί για ένα μέρος που πηγαίνεις για βιώσεις κάτι ιδιαίτερο.
Ο φάρος Δουκάτο εμφανίζεται στο τέλος της διαδρομής λιτός και πάλλευκος απέναντι σε μια θάλασσα άγρια και αρχέγονη. Η επίσημη ιστορία του είναι σύντομη και πυκνή: σβηστός στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λειτούργησε ξανά το 1945, υπέστη εκτεταμένες ζημιές στον σεισμό του 1953, αποκατεστήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ηλεκτροδοτήθηκε το 1982. Όμως η ιστορία του Λευκάτα δεν ξεκινά από τον φαρό. Ο φάρος είναι μόνο το τελευταίο κεφάλαιο.
Πριν από τον φάρο, υπήρχε εδώ το ιερό του Απόλλωνα Λευκάτα. Η θέση μόνο τυχαία δεν είναι. Ο Απόλλωνας, θεός του φωτός, της κάθαρσης και της μουσικής, μοιάζει σχεδόν αυτονόητος σε ένα σημείο όπου το φως μεγαλειώδες και λαμπερό αποκαλύπτει τα πάντα. Τα λευκά βράχια, από τα οποία κατά μία εκδοχή πήρε το όνομά της η Λευκάδα, κατεβαίνουν απότομα προς τη θάλασσα, σαν κομμένη σελίδα. Κάτω, το Ιόνιο αλλάζει διαρκώς χρωματικούς τόνους: γαλάζιο, βαθύ μπλε, ασημί.
Ο Λευκάτας υπήρξε από την αρχαιότητα τόπος όπου ο μύθος βρήκε φυσικό σκηνικό. Ο Στράβων αναφερόμενος στον ναό του Απόλλωνα Λευκάτα, μιλά για το περίφημο «πήδημα», που θεωρούνταν πως λύτρωνε από τον ερωτικό καημό. Η παράδοση θέλει μάλιστα τη Σαπφώ να φτάνει ως εδώ, κυνηγημένη από τον ανεκπλήρωτο έρωτά της για τον Φάωνα. Δεν έχει σημασία να διαβαστεί αυτό ως βεβαιότητα· ίσως μάλιστα έχει μεγαλύτερη δύναμη ως θρύλος. Γιατί ο ίδιος ο τόπος εξηγεί γιατί ακριβώς γεννήθηκε η ιστορία.
Οι παλιότερες αφηγήσεις μιλούν και για τελετουργίες, για εξιλασμούς, για ανθρώπους που ρίχνονταν από τα βράχια με δεμένα φτερά, ενώ βάρκες τους περίμεναν από κάτω. Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν απίστευτα. Κι όμως, δεν χρειάζεται να τα δεχτεί κανείς κατά γράμμα για να αισθανθεί την αλήθεια τους: ο Λευκάτας ήταν πάντα ένα σύνορο. Ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα, στην ασφάλεια και τον κίνδυνο, στον έρωτα και την απώλεια.
Η φύση εδώ είναι μεγαλειώδης. Στα αριστερά, οι βράχοι υψώνονται γυμνοί και κοφτεροί, γεμάτοι σκιές και σχισμές. Μπροστά, το ακρωτήρι προχωρά μέσα στη θάλασσα σαν πλώρη πέτρινου πλοίου. Πιο κάτω, εκεί όπου το βλέμμα ''κατρακυλά'', το νερό αφρίζει στα σημεία που χτυπά τον βράχο. Και γύρω, χαμηλή βλάστηση, θυμάρι και σκίνα που κρατιούνται από το χώμα με την επιμονή όσων έχουν μάθει να ζουν στον άνεμο. Θέλει ωστόσο προσοχή, ειδικά με παιδιά, γιατί ο γκρεμός πίσω από τον φάρο δεν συγχωρεί αφηρημάδα.
Το απόγευμα ο Λευκάτας γίνεται άλλος τόπος. Ο ήλιος αρχίζει να χαμηλώνει προς το Ιόνιο και το λευκό του φάρου γλυκαίνει θαρρείς. Οι σκιές μακραίνουν στους βράχους, το μπλε γίνεται βαθύτερο, ο αέρας πιο καθαρός. Στον Λευκάτα συμβαίνει κάτι πιο σπάνιο: το νησί σταματά να σε κολακεύει και αρχίζει να σου μιλά. Για το φως και τον φόβο, για τους ναυτικούς που περίμεναν το σήμα μέσα στη νύχτα, για τους αρχαίους που έβλεπαν στους γκρεμούς θεούς, για τους ερωτευμένους που προτιμούσαν τον μύθο από τη λογική.
Φεύγοντας, κοιτάς πίσω. Ο φάρος μικραίνει, όμως δεν χάνεται. Μένει εκεί, αμετακίνητος, στην άκρη της Λευκάδας, σαν σημείο στίξης στο τέλος μιας μεγάλης πρότασης ή μάλλον σαν άνω τελεία, σαν στοχασμός.